Στην εποχή των smartphones και των smartwatches, η ερώτηση ακούγεται όλο και πιο συχνά:
“Γιατί να δώσεις χιλιάδες ευρώ για ένα ρολόι, αφού βλέπεις την ώρα στο κινητό ή παίρνεις ένα smartwatch;”
Η ερώτηση φαίνεται λογική. Είναι όμως θεμελιωδώς λανθασμένη. Όχι επειδή υποτιμά την τεχνολογία, αλλά επειδή συγκρίνει πράγματα που δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία.
Το ρολόι δεν αγοράζεται για την ώρα
Αν ο μόνος λόγος ύπαρξης ενός ρολογιού ήταν να δείχνει την ώρα, τότε πράγματι η συζήτηση θα είχε τελειώσει εδώ. Ένα κινητό, ένα smartwatch ή ακόμα και μια οθόνη στον δρόμο το κάνουν πιο γρήγορα και με μεγαλύτερη ακρίβεια. Όμως ένα μηχανικό ρολόι δεν είναι εργαλείο πληροφόρησης. Είναι αντικείμενο μηχανικής, αισθητικής, πολιτισμού και προσωπικής έκφρασης.
Όπως:
- δεν αγοράζεις ένα χειροποίητο στυλό για να γράψεις απλώς σημειώσεις,
- δεν αγοράζεις ένα κλασικό αυτοκίνητο για να πας πιο γρήγορα στη δουλειά,
- δεν αγοράζεις έναν πίνακα ζωγραφικής για να γεμίσεις έναν άδειο τοίχο.
Μηχανική που ζει και αναπνέει
- Ένα μηχανικό ρολόι αποτελείται από δεκάδες ή εκατοντάδες εξαρτήματα, ρυθμισμένα με ακρίβεια μικρότερη από το χιλιοστό. Δεν χρειάζεται μπαταρία, δεν “παλιώνει” τεχνολογικά και μπορεί να λειτουργεί για δεκαετίες – ή και αιώνες.
- Ένα smartwatch σε 5 χρόνια είναι ξεπερασμένο.
- Ένα μηχανικό ρολόι σε 50 χρόνια μπορεί να θεωρείται οικογενειακό κειμήλιο.
Αυτό από μόνο του αλλάζει πλήρως τη συζήτηση…
Αν η χρηστικότητα ήταν το μοναδικό κριτήριο, ο κόσμος μας θα ήταν γεμάτος από τα απολύτως απαραίτητα και τίποτα παραπάνω. Δεν θα υπήρχε λόγος για τέχνη, για σχεδιασμό, για πολυτέλεια, για αντικείμενα που υπάρχουν όχι για να εξυπηρετούν, αλλά για να σημαίνουν κάτι.
Κανείς δεν αγοράζει ένα ακριβό ρολόι για να δει την ώρα. Το κινητό το κάνει καλύτερα, γρηγορότερα και δωρεάν. Το ρολόι όμως δεν αγοράζεται ως εργαλείο. Αγοράζεται ως αντικείμενο πολιτισμού.

Το smartwatch, όσο χρήσιμο κι αν είναι, παραμένει ένα gadget. Μετρά δεδομένα, εξαρτάται από λογισμικό και ακολουθεί τον κύκλο ζωής της τεχνολογίας: σύντομος, προβλέψιμος, αναλώσιμος. Σε λίγα χρόνια θα είναι ξεπερασμένο, ασύμβατο ή απλώς ξεχασμένο σε ένα συρτάρι.
Ένα καλό ρολόι λειτουργεί με άλλους όρους. Δεν ανανεώνεται, δεν ειδοποιεί, δεν ζητά προσοχή. Υπάρχει αθόρυβα και μετρά τον χρόνο χωρίς να προσπαθεί να τον κατακτήσει. Σε έναν κόσμο μόνιμης συνδεσιμότητας, αυτή η σιωπή είναι επιλογή – και για κάποιους, πολυτέλεια.
Υπάρχει επίσης η εύκολη κατηγορία της “επίδειξης”. Είναι όμως εντυπωσιακό πόσο συχνά την εκτοξεύουν άνθρωποι που δεν θα αναγνώριζαν ποτέ το ρολόι που σχολιάζουν. Τα περισσότερα ακριβά ρολόγια δεν φωνάζουν. Δεν απευθύνονται στο πλήθος. Είναι σχεδιασμένα να τα καταλαβαίνουν λίγοι – και να τα φοράει κάποιος κυρίως για τον εαυτό του.
Το ρολόι, για πολλούς, συνδέεται με μια στιγμή ζωής: μια επιτυχία, μια μετάβαση, ένα προσωπικό ορόσημο. Δεν είναι αντικείμενο άμεσης κατανάλωσης, αλλά μακροχρόνιας σχέσης. Μπορεί να συντηρηθεί, να επισκευαστεί, να φορεθεί για δεκαετίες. Σε αντίθεση με τα περισσότερα πράγματα γύρω μας, δεν είναι φτιαγμένο για να αντικατασταθεί.

Η ουσία, τελικά, δεν βρίσκεται στο αν “αξίζει” τα χρήματα του με οικονομικούς όρους. Βρίσκεται στο ότι κάποιοι άνθρωποι αρνούνται να μετρούν τα πάντα με τον ίδιο κανόνα. Ότι αναγνωρίζουν πως η αξία δεν είναι πάντα μετρήσιμη.
Το ακριβό ρολόι δεν είναι για όλους – και δεν προσποιείται ότι είναι. Είναι όμως μια ήσυχη υπενθύμιση ότι ο χρόνος δεν είναι μόνο κάτι που καταναλώνεται, αλλά και κάτι που αξίζει να φοριέται.
Και στην τελική, το να συγκρίνουμε ένα μηχανικό ρολόι με ένα smartphone είναι σαν να συγκρίνουμε ένα βιβλίο με μια ειδοποίηση. Και τα δύο μεταφέρουν πληροφορία, αλλά μόνο το ένα έχει ψυχή.