Η ετήσια έκθεση της Morgan Stanley σε συνεργασία με τη LuxeConsult αποτελεί, εδώ και χρόνια, σημείο αναφοράς για όποιον επιθυμεί να κατανοήσει τη δυναμική της ελβετικής ωρολογοποιίας. Η έκδοση του 2025 δεν αποτυπώνει απλώς μια δύσκολη χρονιά, αλλά αποκαλύπτει μια βαθιά μετατόπιση ισορροπιών, όπου η ισχύς συγκεντρώνεται σε λιγότερους, αλλά ισχυρότερους παίκτες.
Όπως πάντα, είναι κρίσιμο να διευκρινιστεί ότι πρόκειται για εκτιμήσεις που βασίζονται σε οικονομική μοντελοποίηση και ανάλυση διαθέσιμων δεδομένων, σε έναν κλάδο όπου η διαφάνεια είναι περιορισμένη λόγω της ιδιωτικής φύσης των περισσότερων εταιρειών. Ωστόσο, η μελέτη έχει καθιερωθεί ως το πιο αξιόπιστο εργαλείο αποτύπωσης της αγοράς.
Η Rolex διατηρεί την πρωτοκαθεδρία με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης.
Για το 2025, ο εκτιμώμενος κύκλος εργασιών της Rolex ανήλθε στα 11 δισεκατομμύρια ελβετικά φράγκα, με μερίδιο αγοράς που φθάνει το 33%. Η απόσταση από τον δεύτερο είναι τεράστια – υπερτριπλάσια σε αξία.
Πρόκειται για μια επίδοση που επιβεβαιώνει όχι μόνο τη δύναμη του brand, αλλά και την εξαιρετικά αποτελεσματική στρατηγική ελέγχου της προσφοράς, τιμολόγησης και διανομής.
Cartier: σταθερή δεύτερη δύναμη
Στη δεύτερη θέση συναντάμε την Cartier, με εκτιμώμενο κύκλο εργασιών 3,488 δισεκατομμυρίων ελβετικών φράγκων και μερίδιο αγοράς 9%.
Η Cartier συνεχίζει να επωφελείται από τη διττή της ταυτότητα — υψηλή ωρολογοποιία και ισχυρή κοσμηματοποιία — ενώ η ευρεία απήχηση εμβληματικών συλλογών της προσφέρει σταθερότητα ακόμη και σε περιόδους μεταβλητότητας.
Audemars Piguet & Patek Philippe
Η Audemars Piguet και η Patek Philippe εμφανίζονται ενισχυμένες, καταλαμβάνοντας πλέον την τρίτη και τέταρτη θέση αντίστοιχα.
Η μετατόπιση αυτή δεν είναι απλώς αριθμητική. Αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη τάση: το ultra-high-end segment συνεχίζει να αυξάνει το μερίδιό του σε αξία, ακόμη και αν οι συνολικοί όγκοι της αγοράς δεν κινούνται ανοδικά με τον ίδιο ρυθμό.
Περιορισμένη παραγωγή, υψηλή μέση τιμή πώλησης και ισχυρή παρουσία στη δευτερογενή αγορά αποτελούν βασικούς πυλώνες αυτής της επιτυχίας.
Omega: όγκος, ανατιμήσεις και σχετική υποχώρηση
Η Omega κατατάσσεται πέμπτη. Αν και συνεχίζει να διακινεί σημαντικό αριθμό μονάδων, η σχετική της θέση μεταβάλλεται λόγω της ταχύτερης ανάπτυξης των ultra-luxury ανταγωνιστών της.
Οι επαναλαμβανόμενες ανατιμήσεις μέσα στο 2025 ενίσχυσαν τη συνολική αξία πωλήσεων, ωστόσο η αγορά δείχνει να επιβραβεύει περισσότερο τις μάρκες που λειτουργούν με αυστηρά ελεγχόμενη προσφορά και υψηλότερη αποκλειστικότητα.
Σταθερότητα στη μεσαία κορυφή
Οι θέσεις από 6 έως 11 παραμένουν αμετάβλητες:
Richard Mille
Longines
Vacheron Constantin
Breitling
Tissot
TAG Heuer
Η παρουσία της Richard Mille στην 6η θέση επιβεβαιώνει ότι η στρατηγική hyper-luxury, με εξαιρετικά υψηλές μέσες τιμές και περιορισμένη παραγωγή, παραμένει εξαιρετικά αποδοτική.
Η πρώτη εικοσάδα: διακριτικές αλλά ουσιαστικές μετακινήσεις
Οι θέσεις 12 έως 20 παρουσίασαν ελαφρές ανακατατάξεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η είσοδος της Tudor στην πρώτη 20άδα, ενώ η Panerai βρέθηκε εκτός.
Η κατάταξη έχει ως εξής:
12. IWC
13. Jaeger-LeCoultre
14. Hermès
15. Swatch
16. Hublot
17. Tudor
18. Bulgari
19. Chanel
20. Chopard
Η μεγάλη εικόνα: συγκέντρωση αξίας και πόλωση
Το 2025 επιβεβαιώνει μια τάση που διαρκεί εδώ και χρόνια:
- Η αξία συγκεντρώνεται στους κορυφαίους.
- Οι ιδιωτικές, ανεξάρτητες μάρκες υψηλής ωρολογοποιίας ενισχύουν το μερίδιό τους.
- Η μεσαία κατηγορία πιέζεται.
- Η στρατηγική περιορισμένης παραγωγής αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική από την επιδίωξη όγκου.
Η αγορά δεν καταρρέει – αναδιατάσσεται. Και η νέα γεωγραφία ισχύος είναι σαφής: λιγότεροι παίκτες, μεγαλύτερη συγκέντρωση, υψηλότερη μέση τιμή, ισχυρότερο brand equity.