Υπάρχουν περίοδοι στη ζωή που ο χρόνος παύει να είναι αφηρημένη έννοια.
Δεν κυλά – βαραίνει.
Τους τελευταίους μήνες, ύστερα από απώλειες που δεν χρειάζονται ονόματα για να ειπωθούν, άρχισα να τον αντιλαμβάνομαι αλλιώς. Όχι ως κάτι που περνά, αλλά ως κάτι που αφαιρεί. Το Ghosts Again των Depeche Mode έπαιζε σχεδόν μηχανικά στο παρασκήνιο. Κι όμως, επέμενε. Όχι σαν τραγούδι, αλλά σαν σκέψη ότι όσα φεύγουν δεν εξαφανίζονται, απλώς αλλάζουν μορφή. Μένουν ως ρυθμός, ως επανάληψη, ως απουσία που επιμένει.
Κάπως έτσι, άρχισα να κοιτάζω τα ρολόγια διαφορετικά. Όχι για να δω την ώρα, αλλά για να καταλάβω γιατί επιμένουμε να τη μετράμε, ακόμη και όταν ξέρουμε πού οδηγεί.
Κάθε μηχανικό ρολόι γεννιέται με μια αντίφαση: έχει φτιαχτεί για να αντέξει περισσότερο από τον άνθρωπο που το φορά, αλλά όχι για πάντα. Τα γρανάζια του τρίβονται μεταξύ τους, φθείρονται αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Όπως τα οστά. Όπως η μνήμη.
Ένα tourbillon δεν είναι επίδειξη τεχνικής. Είναι μια υπενθύμιση ότι ακόμα και η πιο εξελιγμένη μηχανική χρειάζεται συνεχή διόρθωση για να αντισταθεί στη βαρύτητα. Ακριβώς όπως κι εμείς.
Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένα από τα πιο τολμηρά ρολόγια της υψηλής ωρολογοποιίας αγκαλιάζουν ανοιχτά τον θάνατο. Κάσες με κρανία, καντράν που αποκαλύπτουν γυμνά τα όργανα της μηχανής, minute repeaters που “χτυπούν” την ώρα σαν νεκρώσιμη καμπάνα.
Τα λεγόμενα memento mori watches δεν είναι προκλητικά. Είναι ειλικρινή. Σου λένε αυτό που κανένα smartwatch δεν θα τολμήσει ποτέ:
“ο χρόνος σου τελειώνει, γι’ αυτό κοίτα τον.”
Όταν ένα minute repeater σημαίνει την ώρα, δεν τη δείχνει. Την αναγγέλλει. Ο ήχος του δεν είναι ευγενικός ούτε παρηγορητικός. Απευθύνεται στην ακοή, την πιο αρχέγονη αίσθηση. Δεν χρειάζεται φως. Δεν χρειάζεται βλέμμα. Υπάρχει ακόμη και στο σκοτάδι.
Ίσως γι’ αυτό αυτά τα ρολόγια μοιάζουν σχεδόν απόκοσμα. Δεν χρειάζονται φως για να υπάρξουν. Αρκεί να τα ακούσεις. Όπως ακούς την καρδιά σου τη νύχτα, όταν όλα τα άλλα έχουν σωπάσει.
Υπάρχει μια σκοτεινή ειρωνεία στην καρδιά της ωρολογοποιίας: τα αντικείμενα που δημιουργούμε για να μετράμε τη ζωή, συχνά ζουν περισσότερο από εμάς. Ένα ρολόι περνά από χέρι σε χέρι, από καρπό σε καρπό, και επιβιώνει στιγμές, εποχές.
Γίνεται μάρτυρας. Και κάποια στιγμή, φάντασμα.
Συνεχίζει να χτυπά, κουβαλώντας χρόνο που δεν μας ανήκει πια. Κι εμείς, όταν το ακούμε ή το φοράμε, δεν συνδεόμαστε με το παρόν — αλλά με ό,τι έχει χαθεί και εξακολουθεί να υπάρχει μέσα από τον ρυθμό.
Ghosts again.
Ο χρόνος θα μας αφήσει πίσω.
Τα ρολόγια θα συνεχίσουν να μετρούν.
Και κάπου ανάμεσα στον ήχο του μηχανισμού και στη σιωπή που ακολουθεί,
βρίσκεται ό,τι απομένει από εμάς.