Ας είμαστε ειλικρινείς από την αρχή: όποιος αγοράζει σήμερα ένα μηχανικό ρολόι δεν το κάνει για να μάθει την ώρα. Την ώρα τη γνωρίζει ήδη. Τη βλέπει στην οθόνη του κινητού, στο laptop, στο ταμπλό του αυτοκινήτου, ακόμη και στο φούρνο μικροκυμάτων. Το ρολόι δεν καλύπτει ανάγκη. Εκφράζει επιλογή, και μάλιστα συνειδητή.
Σε έναν κόσμο άμεσης αντικατάστασης, το μηχανικό ρολόι είναι ένα αντικείμενο που αρνείται να προσαρμοστεί. Δεν ενημερώνεται, δεν συνδέεται, δεν συγχρονίζεται. Συνεχίζει να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο εδώ και δεκαετίες. Όχι επειδή δεν μπορεί να αλλάξει, αλλά επειδή δεν έχει λόγο να το κάνει.
Αυτή ακριβώς η άρνηση είναι που του δίνει νόημα.

Η αξία ενός μηχανικού ρολογιού δεν αποδίδεται στον πρώτο του κάτοχο. Αποδεικνύεται στον χρόνο. Στο αν αντέχει τεχνικά, αισθητικά και λειτουργικά, πέρα από αλλαγές εποχών και χεριών. Ό,τι εξαντλείται στον πρώτο του κύκλο δεν ανήκει στη σφαίρα της ωρολογοποιίας διάρκειας.
Αυτά τα ρολόγια δεν ανήκουν αποκλειστικά σε κάποιον. Ανήκουν στη διαδρομή τους.
Και τα προϊδιόκτητα, όταν έχουν επιλεγεί σωστά, δεν είναι “δεύτερης κατηγορίας”. Είναι φορείς αυτής ακριβώς της διαδρομής. Κουβαλούν χρόνο που έχει ήδη βιωθεί, χωρίς να έχει ακυρώσει τη μηχανική ή την ταυτότητα τους. Δεν ξεκινούν από το μηδέν – συνεχίζουν.
Όμως η δευτερογενής αγορά δεν είναι ουδέτερος χώρος. Ένα ρολόι που αλλάζει χέρι δεν είναι απλώς αντικείμενο συναλλαγής. Κάποιος το αποχωρίστηκε. Είτε γιατί ολοκλήρωσε μαζί του έναν κύκλο και επέλεξε να προχωρήσει σε κάτι άλλο, είτε γιατί βρέθηκε σε μια στιγμή που η απόφαση δεν ήταν πολυτέλεια, αλλά ανάγκη.
Γι’ αυτό και το ρολόι που αποκτάται στη δευτερογενή αγορά οφείλει να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο σεβασμό που του είχε αποδώσει και ο προηγούμενος κάτοχός του. Όχι από υποχρέωση, αλλά από κατανόηση. Ο σεβασμός δεν αφορά μόνο το αντικείμενο, αλλά και τη διαδρομή που το έφερε μέχρι εδώ.

Υπάρχουν όμως και ρολόγια πιο απαιτητικά. Όχι πιο ακριβά – πιο απαιτητικά. Ρολόγια που δεν προσφέρονται για επίδειξη. Που δεν “γράφουν” εύκολα. Που δεν λειτουργούν ως δήλωση προς τους άλλους, αλλά ως συμφωνία με τον εαυτό σου. Τα επιλέγεις όταν έχεις ξεπεράσει την ανάγκη επιβεβαίωσης.
Εκεί γεννιέται και η ουσία του ρολογιού που αξίζει να αλλάξει χέρι. Όχι επειδή πρέπει να πουληθεί, αλλά επειδή δεν έχει λόγο να μείνει στάσιμο. Ένα τέτοιο ρολόι δεν εγκαταλείπεται. Παραδίδεται.
Γιατί το μηχανικό ρολόι δεν υπάρχει για να μετρά τον χρόνο. Υπάρχει για να τον διασχίζει. Και αν δεν συνεχίσει το ταξίδι του με σεβασμό, χάνει τον λόγο ύπαρξής του.