Λίγα ρολόγια έχουν επηρεάσει τη σύγχρονη ωρολογοποιία όσο το Patek Philippe Nautilus. Καθώς γιορτάζει την 50ή επέτειο του, το ατσάλινο σπορ ρολόι που κάποτε αψήφησε τις συμβάσεις, τώρα αποτελεί ένα από τα πιο περιζήτητα σύμβολα της μηχανικής ωρολογοποιίας.
Καθώς περιμένουμε με κομμένη την ανάσα να δούμε τι θα αποκαλύψει η Patek Philippe για τον εορτασμό του χρυσού ιωβηλαίου του Nautilus, ανατρέχουμε στην ιστορία της πρώτης έκδοσης του εμβληματικού μοντέλου, του Ref. 3700.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η ωρολογοποιία βρέθηκε μπροστά σε μια από τις μεγαλύτερες ανατροπές της ιστορίας της. Το 1969, η Seiko λάνσαρε το πρώτο εμπορικό ρολόι χειρός quartz, το Seiko Astron. Αυτή η κυκλοφορία εξελίχθηκε σε “έκρηξη” για τη βιομηχανία. Τα μηχανικά ρολόγια, κατά την επόμενη δεκαετία, έγιναν (σχεδόν) ξεπερασμένα για τους πελάτες. Το Quartz ήταν φθηνότερο, πιο ακριβές και κάπως μοντέρνο (ήταν η τεχνολογία του επόμενου αιώνα… ή διαφημιζόταν ως τέτοια). Για το ευρύ κοινό, τα παραδοσιακά μηχανικά ρολόγια άρχισαν να μοιάζουν ξεπερασμένα. Οι πωλήσεις μειώθηκαν δραματικά και πολλές ελβετικές μάρκες έπρεπε να κατασκευάσουν διαφορετικά, νέα, καινοτόμα ρολόγια με πραγματικά υψηλό περιεχόμενο, για να δικαιολογήσουν μια πολυτελή τιμή.
Η πρώτη πραγματικά ριζοσπαστική απάντηση ήρθε το 1972, όταν η Audemars Piguet παρουσίασε το Royal Oak. Για πρώτη φορά, ένας οίκος που ανήκε στην αποκαλούμενη “Αγία Τριάδα” της ελβετικής ωρολογοποιίας λάνσαρε ένα ρολόι από ανοξείδωτο ατσάλι με τιμή αντίστοιχη (ή και ανώτερη) από πολλά χρυσά dress watches της εποχής.
Το Royal Oak προοριζόταν να είναι πολυτελές και στιβαρό ταυτόχρονα. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα του πολυτελούς αθλητικού ρολογιού. Η επιτυχία του δεν πέρασε απαρατήρητη. Η Patek Philippe, ως άμεσος ανταγωνιστής της Audemars Piguet στον χώρο της υψηλής ωρολογοποιίας, όφειλε να απαντήσει. Και η απάντηση ήρθε το 1976, στην Έκθεση Ρολογιών της Βασιλείας.
Εκεί παρουσιάστηκε το Nautilus – ένα ρολόι που, σύμφωνα με τον θρύλο, είχε ήδη γεννηθεί λίγα χρόνια νωρίτερα ως σκίτσο του θρύλου της ωρολογοποιίας Gerald Genta, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για πολλά εμβληματικά μοντέλα, ωστόσο, έγινε πραγματικά διάσημος στις αρχές της δεκαετίας του 1970 με το Royal Oak.
Κάσα

Το πρώτο Nautilus είχε διάμετρο 42mm, ένα μέγεθος που θεωρήθηκε τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής και έτσι του χάρισε το προσωνύμιο “Jumbo”. Βέβαια, παρά το μέγεθος του, το πάχος του ήταν μόλις 7,6mm, διατηρώντας μια εντυπωσιακή κομψότητα.
Η κάσα, εμπνευσμένη από φινιστρίνι πλοίου, διέθετε δύο χαρακτηριστικά “αυτιά” που θύμιζαν μεντεσέδες. Αν και το οκταγωνικό σχήμα παρέμενε ορατό, οι γωνίες ήταν πιο απαλές σε σχέση με το Royal Oak. Η κατοχυρωμένη με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας κάσα είχε monobloc κατασκευή, δηλαδή ένα συμπαγές σώμα που ενσωμάτωνε το μεσαίο μέρος και το πίσω καπάκι, με τον μηχανισμό να τοποθετείται από την πλευρά του καντράν και όχι από το πίσω μέρος, όπως συνηθίζεται στα περισσότερα ρολόγια.
Επάνω σε αυτή τη βασική μονάδα προσαρμοζόταν ένα δεύτερο τμήμα, το οποίο περιλάμβανε τη στεφάνη, το κρύσταλλο και τα χαρακτηριστικά πλευρικά “αυτιά”. Ανάμεσα στο συμπαγές ενιαίο μέρος και τη στεφάνη παρεμβαλλόταν ειδική φλάντζα (gasket), εξασφαλίζοντας την ερμητική σφράγιση της κάσας και κατ’ επέκταση την υδατοστεγανότητα των 120 μέτρων, μία εντυπωσιακή επίδοση για ένα τόσο λεπτό ρολόι υψηλής ωρολογοποιίας.
Το ενσωματωμένο μπρασελέ, σήμα κατατεθέν των πολυτελών αθλητικών ρολογιών της δεκαετίας του ’70, ολοκλήρωνε την αισθητική συνοχή του συνόλου.
Καντράν

Το καντράν του Patek Philippe Nautilus 3700 αποτελεί σίγουρα ένα μεγάλο μέρος της γοητείας του ρολογιού. Όπως οι περισσότερες δημιουργίες του Gerald Genta, χρησιμοποιεί υφές και παίζει με το φως για να δημιουργήσει μια εντυπωσιακή πρόσοψη. Το πιο δύσκολο κομμάτι που πρέπει να εξηγηθεί είναι το χρώμα του καντράν του 3700. Ενώ τα ρολόγια που μπορείτε να δείτε σε δημοπρασίες έχουν πλέον αποκτήσει πατίνα, με μερικά να έχουν αλλάξει από κατάμαυρο σε ζεστό σκούρο γκρι, το αρχικό χρώμα ήταν περισσότερο ανθρακί με μια ελαφριά νότα μπλε.
Το κύριο χαρακτηριστικό του καντράν του Nautilus είναι αυτές οι οριζόντιες αυλακώσεις, οι οποίες έγιναν σήμα κατατεθέν του μοντέλου. Κατασκευασμένο από μασίφ χρυσό, έφερε ενδείξεις και δείκτες από λευκόχρυσο, γεμισμένους με τρίτιο για αναγνωσιμότητα στο σκοτάσι. Η διάταξη ήταν λιτή: ώρες, λεπτά και το παράθυρο της ημερομηνίας στις 3η ώρα. Καμία περιττή επιπλοκή. Καμία υπερβολή. Μόνο καθαρή, ισορροπημένη σχεδιαστική δύναμη.
Μηχανισμός
Στην καρδιά του πρώτου Patek Philippe Nautilus Ref. 3700 βρισκόταν ο αυτόματος calibre Patek Philippe Caliber 28-255 C, ένας εξαιρετικά λεπτός μηχανισμός υψηλής ωρολογοποιίας. Η βάση του προερχόταν από τον θρυλικό calibre 920 της Jaeger-LeCoultre, έναν από τους λεπτότερους αυτόματους μηχανισμούς με κεντρικό ρότορα της εποχής.
Με πάχος περίπου 3,05 χιλιοστά, ο 28-255 C λειτουργούσε με ασυνήθιστη συχνότητα 19.800 ταλαντώσεων ανά ώρα (2,75 Hz), ενώ προσέφερε απόθεμα ισχύος έως και 40 ώρες. Παρά τον σπορ χαρακτήρα του Nautilus, ο μηχανισμός έφερε το υψηλό επίπεδο φινιρίσματος που απαιτούσε η Patek Philippe, επιβεβαιώνοντας ότι το ρολόι δεν ήταν απλώς μια σχεδιαστική δήλωση, αλλά ένα αυθεντικό κομμάτι haute horlogerie.
Παραγωγή και εξέλιξη

Η αρχική αναφορά 3700 παρήχθη από το 1976 έως το 1990.
Το 3700/01A (με φαρδύ μπρασελέ) κατασκευάστηκε έως το 1982.
Το 3700/11A (με στενότερο μπρασελέ) συνέχισε έως το 1990.
Η ατσάλινη εκδοχή με ένδειξη ώρας και ημερομηνίας δεν αντικαταστάθηκε ουσιαστικά μέχρι την έλευση του Ref. 5711A, το οποίο συνέχισε τη φιλοσοφία του “Jumbo” στη σύγχρονη εποχή.
Κληρονομιά

Με τα χρόνια, το Nautilus εξελίχθηκε από αμφιλεγόμενο πείραμα σε πολιτιστικό φαινόμενο. Η ζήτηση κορυφώθηκε στις αρχές του 21ου αιώνα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις εντυπωσιακές δημοπρασίες ειδικών εκδόσεων Ref. 5711 – συμπεριλαμβανομένων συνεργασιών και φιλανθρωπικών κομματιών – που επιβεβαίωσαν τη θέση του ως επενδυτικού και συλλεκτικού ιερού δισκοπότηρου.
Πενήντα χρόνια μετά τη γέννηση του, το Nautilus δεν είναι απλώς το αθλητικό ρολόι της Patek Philippe. Είναι το σύμβολο μιας εποχής όπου η τόλμη, ο σχεδιασμός και η τεχνική αρτιότητα επαναπροσδιόρισαν τι σημαίνει πολυτέλεια.
Και αν ο Gérald Genta όντως χρειάστηκε μόλις πέντε λεπτά για να το σχεδιάσει, τότε αυτά τα πέντε λεπτά συγκαταλέγονται στα πιο καθοριστικά στην ιστορία της σύγχρονης ωρολογοποιίας.